Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Νεκρά φύση εκ του αφύσικου

Βγήκε ο ήλιος.
Κάποτε η επιφάνεια της λίμνης αντανακλούσε το φως του.
Τώρα το απορροφά η παχιά μεμβράνη γλίτσας που σχηματίστηκε.
Μια κοινή πόρνη πια, θυμάται όταν σχεδόν εθελούσια έχασε την αγνότητά της στον ποταμό,
που, εκδιδόμενος από παλιά, αυξάνει ασταμάτητα τον ακάθαρτο όγκο του.
Και λίγο παραπέρα φαίνεται ενίοτε το εργοστάσιο.
Μια μηχανή που δουλεύει αδιάκοπα για να στηρίξει τη νέα τάξη.
Τροφοδοτεί τη λίμνη και τον ποταμό για να μη στερέψουν,
ξερνώντας απόβλητα από μια τεράστια φαλλική προέκταση.
Κάποτε ο ήλιος έλαμπε και οι τσιπούρες χαίρονταν.
Μα ακόμη κι'αν περάσει το φως από καμιά χαραμάδα της πάστας,
εκείνες δε θα καταλάβουν, προσαρμόστηκαν στη ροή και τυφλώθηκαν.
Δεν είναι όμως άβουλες.
Όταν οι εργάτες βγαίνουν για κολατσιό και ξεκουράζουν τα πόδια τους στη λίμνη,
οι τσιπούρες τρώνε τους μύκητες.
...και όταν κανείς τους, θρηνώντας, σκίσει τις αρτηρίες του και χύσει το αίμα του στα νερά,
αυτές το πίνουν και θυμούνται για ελάχιστα δευτερόλεπτα την αρχοντική τους φύση...