Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Αλληλεγγύη

Αρμονική κοινωνία, θεμελιωμένη στην πίστη του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Θεμελιωμένη στην πίστη του κακού στο χείριστο.
Δείξε μου την αγάπη για το συνάνθρωπό σου.
Από ανιδιοτέλεια βεβαίως, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση.
Μισείς τον εγωισμό όσο κι'εγώ,
ωστόσο,
στην ανάγκη θα βιάσουμε την αγάπη σε μία γωνία,
για να μην τη χάσουμε.
Πες μου πως θα κάνεις τα πάντα για τον αδελφό σου.
Πράγματι, θα σκύψεις για να σε πατήσει κάτι τόσο μοναδικό...
Και στα πλαίσια της αντικατάστασης, θα σηκωθείς για να κάνεις τον υπολογισμό.
Εσύ είσαι κατάθεση και εγώ ο τραπεζίτης.
Την ήμερα είμαστε εμείς, το βράδυ γίνομαι εγώ.
Για κάθε λόγο να αγαπάς, θα βρω δύο για να μην αγαπάς.
Για κάθε λόγο να εμπιστεύεσαι, ο διπλανός σου έχει ήδη βρει δύο τρόπους να σε εξαπατήσει.
Μη στηρίζεσαι στον τύπο απέναντι, ούτε στον τρισχειρότερο εαυτό σου.
Η γλώσσα που χθες σε στιγμάτισε, σήμερα σου γλύφει τα πόδια.
Το χέρι που σήμερα σου χαϊδεύει τα μαλλιά, αύριο θα σε στραγγαλίσει.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Kρύο

Δεν τρέχει, περπατά όμως σταθερά.

Έφυγε, και δε θέλει να γυρίσει πίσω στο σπίτι.

Θα σκαρφαλώσει στο βουνό,

στην κορυφή του δε θα τη φτάνει το κακό.

Γλιστρά, παραπατά....

Οι κοφτερές πέτρες σκίζουν τα χέρια της

και τα πόδια της κουράζονται.

Αυτή όμως προσπαθεί να μη δακρύσει.

Στα 12 της χρόνια, ξέρει ότι φτάνει στο τέλος.

Δαγκώνει τα χείλη της, και συνεχίζει την άνοδο,

μέχρι να μην μπορεί να αναπνεύσει καθαρά.

Εδώ που έφτασε είναι ελεύθερη.

Βλέπει τον κόσμο και τον περιφρονεί.

Στέκεται μαζί με τον ήλιο.

Ισάξια. Το ξέρει.

Αλλά την κούρασε πολύ η ανάβαση,

κι’έτσι ξαπλώνει στο χιόνι.

Έχει κρύο...πολύ κρύο...

Η παγωμένη της ψυχή δεν το νιώθει.

Σκέφτεται τη νίκη της,χαμογελά...

και σιγά-σιγά παραλύει...

ώσπου να σταματήσει να αναπνέει...

Και τότε, κλείνει τα μάτια, και γίνεται ένα με το βουνό.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Έρωτας

Σε μισώ.

Μισώ τις σκέψεις σου.

Η γελοίες συνήθειές σου μ’εκνευρίζουν.

Το γούστο σου μου προκαλεί αηδία.

Αν μπορούσα θα σε σκότωνα.

Θα σε σκότωνα και μόνο για τον τρόπο που χαμογελάς όταν με βλέπεις.

Αλλά δεν αντέχω χωρίς εσένα.

Δε σ’αγαπώ.

Αγαπώ το δέρμα σου...

Τα χέρια, τα πόδια και τα μαλλιά σου.

Μου αρέσει να με κοιτάς,

αλλά όταν δακρύζεις, θέλω να σου ξεριζώσω τα μάτια.

Λατρεύω τα χείλη σου,

όταν όμως μιλάς, θέλω να χύσεις αίμα.

Υπέροχο το άγγιγμά σου...

μα σαν νιώσω τον παλμό σου, εύχομαι η καρδιά να σταματήσει να χτυπά...

Μπροστά μου δεν είσαι υποκείμενο.

Εσύ βλέπεις στο πρόσωπό μου το θεό σου.

Για μένα δεν έχεις πρόσωπο.

Βλέπω ένα τίποτα.

Ένα τίποτα με σάρκα και οστά.

Και το σιχαίνομαι αυτό το τίποτα.

Δε λυπάμαι για την αποστροφή μου για σένα,

ούτε ντρέπομαι για την έλξη που νιώθω για το σώμα σου.

Υπήρξαν κι’άλλοι στη θέση σου, που γεννήθηκαν για να αναλωθούν στην πορεία.

Μόνο, εάν έχεις την καλοσύνη,

στο όνομα της εξάρτησής σου από εμένα,

σε παρακαλώ,

μην πεθάνεις πριν γεράσεις.

Δημάδης Αθανάσιος

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Εξοικείωση με το θάνατο

Ανατολή.

Η μάνα φιλάει την κόρη στο μέτωπο και εκείνη χάνεται στο δάσος.

Το κορίτσι είναι γεμάτο ζωή.

Ή μάλλον γεμάτο άγνοια.

Τα λεπτά της πόδια δεν αφήνουν σημάδια στο χώμα.

Τα όμορφα της μάτια βλέπουν μία άγρια τριανταφυλιά.

Τα λεπτά της πόδια στηρίζουν μία χοντρή ψυχή.

Τα όμορφά της μάτια κρύβουν ένα γλοιώδες πνεύμα.

Και αγνοώντας, μαζεύει τα τριαντάφυλλα

για να τα φάει, και να ταίσει τη μάνα της.

Περιμένει τον έπαινο. Τον έχει ανάγκη.

Καθώς όμως επιστρέφει, τα λεπτά της πόδια κουράζονται,

βγάζουν φουσκάλες.

Απελπισμένη, στρέφεται προς τον ήλιο.

Έναν ήλιο που καίει τα όμορφα μάτια

και παραμορφώνει φριχτά το γλυκό της πρόσωπο.

Τα πέταλα χάθηκαν, και νιώθει αγκάθια να τρυπούν τη σάρκα της.

Τα λευκά της χέρια γεμίζουν αίμα.

Είναι βρώμικη, άσχημη και σιχαμερή.

Όταν πια επιστρέψει, ο ήλιος έχει δύσει.

Το κορίτσι εμφανίζεται στη σαστισμένη μάνα, και ξεψυχά μπροστά της.

Η μάνα γονατίζει μπροστά στο πτώμα.

Θέλει να ουρλιάξει, αλλά δεν έχει τη δύναμη.

Ξεριζώνει τα μάτια της, για να μην βλέπει το αποτρόπαιο θέαμα.

Τραβάει κομμάτια από το πρόσωπό της, και τα φυτεύει στη γη.

Έπειτα, σκάβει με τα χέρια έναν τάφο για την κόρη της.

Τη θάβει . Και εκείνη ξαπλώνει από πάνω, για να τη φάνε τα όρνια.

...ίσως την επόμενη φορά της μάθει να μη μαζεύει τριαντάφυλλα.

Μούχρωμα

Δε σκοτείνιασε ακόμη.
Κάνει ψύχρα, αλλά η μέρα μεγάλωσε.
Βλέπει το πρόσωπό της στον καθρέφτη,
και διαπιστώνει για άλλη μια φορά πως ο θάνατος τη νίκησε.
Πολλάκις.
Πιάνει το κραγιόν, και τον νιώθει να της ψιθηρίζει:
«άργησες γλυκιά μου....
άργησες να παντρευτείς,
άργησες να κάνεις παιδιά,
άργησες να φροντίσεις τον άντρα σου» .
Τον άντρα της...την αγάπη της....
Δεν μπορεί να τον δει.
Δεν μπορεί να τον ακούσει.
Δεν μπορεί να τον αγγίξει.
Αλλά τον αισθάνεται.
Τον θυμάται το απόγευμα, όταν ο ουρανός γίνεται ένα με τη θάλασσα, ένα με το χρώμα των μαλλιών της
και όταν τις κρύες νύχτες κάθεται στο μπαλκόνι και αισθάνεται τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπο.
...πόσο τον αδικεί το βάζο πάνω από το τζάκι...
Το παίρνει στην αγκαλιά της, και κάθεται στην πολυθρόνα.
Είναι ένα από αυτά τα απογεύματα που κάποτε τη γέμιζαν θέληση...τώρα έμεινε η νοσταλγία.
Και ξαφνικά καταλαβαίνει ότι τίποτα δεν έμεινε εδώ.
Είναι μόνη. Από καιρό. Από εκείνο το πρωί που τον φίλησε για τελευταία φορά στο μέτωπο.
Ή μάλλον δεν είναι μόνη. Στέκεται δίπλα της από τότε μια μοναδική απόκοσμη συντροφιά.
Τον είχε παρεξηγήσει τον θάνατο.
Η σκέψη της δίνει ελπίδα...αρκετή για να βάλει το κραγιόν της
και με στήριγμα το φίλο της να περπατήσει ως το ακρογυάλι.
.....το βάζο δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν τέτοιον υπέροχο άνθρωπο...
Καθώς η στάχτη γίνεται ένα με το νερό,
εκείνη κλείνει τα βλέφαρα για να δει το θάνατο στα μάτια
-τί υπέροχα μάτια!-
και μαζί αναχωρούν για να βρει ξανά τον αγαπημένο της.

Εκρεμμές

Τα μάτια μου κλειστά, κι’εγώ κοιμάμαι μέσα σ’ένα βδεληρό ερείπιο.

Το ασυνείδητό μου υποφέροντας, θα προσπαθεί όσο χρειάζεται, να με ξυπνήσει.

Και θα ξυπνήσω όταν ανοίξω τα μάτια μου. Όχι αυτά του σώματος.

Κι’όταν ξυπνήσω θα δω μπροστά μου τον άνθρωπο. Τον όντα.

Μόνο του, μέσα στο μηδέν. Να εκπέμπει φως.

Κι’όμως, αυτός βλέπει με το σώμα.

Κοιμάται τον ύπνο του αδίκου, προσπαθώντας να αποδώσει δικαιοσύνη.

Και επικαλείται άλλωτε την ισότητα και άλλωτε το καθήκον,

ορίζοντας την αγάπη ως κάτι τόσο ρομαντικό, που είναι ανάξιο σημασίας.

Η αγάπη δεν είναι δικαιοσύνη, αλλά εξαλείφει κάθε αδικία.

Στην αγάπη καταργείται η ισότητα και το καθήκον.

Υπάρχει θέληση.

Αλλά αυτός ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να στρέφει το βλέμμα του δεξιά και αριστερά,

και αποφεύγει να κοιτάξει ευθεία.

Δεξιά του δε θα υπάρχει τίποτα.

Αριστερά του δε θα υπάρχει τίποτα.

Γίνεται το τίποτα.

Δεξιά του βλέπει τον εχθρό.

Αριστερά του βλέπει τον εχθρό.

Και μέσα στον ύπνο του, συμφορά,

δεν μπορεί να εμποδίσει την κατάληψη της ψυχής του από μίσος.

Τραγικό.

Το μίσος του λιώνει τα μάτια, και του δίνει φτερά.

Γίνεται δύναμη, δύναμη κινητήρια που επιτρέπει στον υπνοβάτη

να πατήσει τον εχθρό δεξιά, τον εχθρό αριστερά.

Τον άνθρωπο.... τον άνθρωπο που γίνεται δεδομένο προς κατάκτηση.

Και πατώντας τον, θέλει να ανέβει ψηλά.

Όσο πιο ψηλά μπορεί, σε όσους κι’αν χρειαστεί να πατήσει.

Αλλά, ας γνωρίζει, ότι όσο ψηλότερα φτάσει, τόσο περισσότερο θα πονέσει η πτώση.

Η πτώση είναι αναπόφευκτη και καταλυτική.

Ίσως αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ.

Ίσως.

Θεέ μου, μακάρι όταν πέσω, να πέσω από τα χαμηλά.

Aστρική Προβολή

Αποχωρώ και παρατηρώ αφ’υψηλού τα δρώμενα.

Και βλέπω έναν λάκο βαθύ,

κι’όλοι εμείς μέσα,

πνιγμένοι στα βοθρολύμματα,

υψώνουμε το κεφάλι στον ουρανό

για να δούμε το σωτήρα.

Και γύρω από το χείλος, άνθρωποι.

Άλλοι μας δείχνουν και γελάν.

Άλλοι ξερνάν στην αηδέστατη λίμνη.

Και άλλοι απλώνουν τα χέρια να μας τραβήξουν,

αλλά δεν τα δίνουμε, βγάζουμε μαχαίρια και τα κόβουμε.

Κάποιοι βαρέθηκαν και πνίγηκαν.

Τα φουσκωμένα τους πτώματα επιπλέουν.

Σκαρφαλώνουν επάνω, γίνονται ανθρώπινα βδελήγματα,

ένα μ’αυτούς που ξερνάν.

Ξαφνικά πλησιάζει ο κόκκινος άνθρωπος.

Ξορκίζει το πλήθος και αφού γονατίσει μπροστά στο λάκο,

αρχίζει να βγάζει τα σκατά με τη χούφτα.

Έπειτα τα παρατάει και φεύγει,

και μετά μαζεύονται σιγά-σιγά οι υπόλοιποι.

Κι’εμείς ακόμα στη λίμνη, να πνιγόμαστε.

Ωδή στον Καταναλωτισμό

Βάλε τηγάνι, πάω για ψώνια κι’έρχομαι.

Θ’αναστενάξει η πιστωτική σήμερα.

Δεν το κατάλαβα πως βρέθηκα στον παράδεισο,

Αλλά μια ζωή στη ματαιότητα, δεν αντέχω άλλο πόνο.

Θα κλείσω την ανθρωπιά μου σε μία τσάντα μπέρμπερυ

και θα πάρω τη δόση μου στην αγορά.

Δεν είμαι ένα κοινό πρεζόνι, έχω ευαισθησίες.

Ρίχνω τον οβολό μου κάθε μήνα στη γιούνισεφ.

Κί’έπειτα πνίγω τη θλίψη μου σε 12 λίτρα κόκα κόλα.

Ο πνευματικός ξεπεσμός είναι πολύ μικρό αντάλλαγμα.

Εξ’άλλου το σύστημα με προστατεύει από τις παρενέργειες.

Δεν πιστεύω σε τίποτα, φοβάμαι το τίποτα, θεός μου είναι το χρήμα,

και ευχαριστώ το θεό για την εξουσία που μου έδωσε στον κόσμο.

Αύριο θα πάω στο μέγαρο για να νιώσω καλλιεργημένος.

Μεθαύριο θα αγοράσω ένα ζευγάρι 12ποντες γόβες,

για να ανυψωθεί το κοινωνικό μου επίπεδο.

Και στην αρχή του μήνα θα ξαναγεννηθώ.

Ξεπλύνετε και επαναλάβετε.

Δημάδης Αθανάσιος

Έφτιαξα μπλογκ!

Φτού μου!
Παν μέτρον άριστον.
Γι'αυτό, ελάτε να μετριάσουμε τη χαρά μας, τη ζωντάνια μας και τον ενθουσιασμό μας!
Ας θυμηθούμε πόσο μάταιη και επώδυνη είναι η ζωή, μέσα από τα ιαματικά για το πνεύμα ποιήματά μου.
Φιλάκια!