Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Πέτρα

Για δες εκείνο το χωριό
που οι κάτοικοι έπαψαν
 να κοιτούν κατάματα ο ένας τον άλλον.
Απορροφημένοι στο σκληρό έδαφος,
θυμούνται αχνά την έκσταση
και μέσα σε ένα καθεστώς αδράνειας
σκαλίζουν πάνω στην πέτρα τις μορφές της ανάμνησης.
Χωρίς αιτία, σκοπό και δύναμη,
τη θέλουν πίσω.
Θέλουν αιτία, σκοπό και δύναμη.
Στήνουν τα είδωλα στην πλατεία,
για να τα δει ο σοφός
και να κατέβει από τον πύργο του
και μετά ξαπλώνουν διαδοχικά στην απότομη επιφάνεια
χωρίς να βγάλουν λέξη
αν και πονάει.
Κάποτε η βαριά πόρτα ανοίγει.
Υποβασταζόμενος από το χερούλι,
ο σοφός τους ανακρίνει με το βλέμμα έναν-έναν.
Kοιτά τον ουρανό...
...στο άνοιγμα του στόματος του, γουρλώνουν τα μάτια τους....
αλλά αντί για ήχος βγαίνει σκόνη.
Σκύβει το κεφάλι και επιστρέφει στον πύργο του...



Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Yπεκφυγή

Καναρίνι γεννημένο μέσα σ'ένα μήλο.
Στα 40 καλοκαίρια,
έχει περάσει πάνω από τα μισά
σε χειμερία νάρκη.
Τρέχει να προλάβει
 ό,τι και οι άλλοι.
Έτσι αναλώνεται μέσα στο μέινστριμ της δύσης
και στην κίνηση της αττικής οδού,
κάποτε σκουπίζοντας το ιδρωμένο του μέτωπο
με ένα διαφημιστικό αδυνατίσματος,
κάποτε ανάβοντας τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
σε μια έσχατη προσπάθεια να φωτίσει το απόκοσμο.
Ο χρόνος υπάρχει.
Όπως και σε μία εν'γένει αποτυχημένη εγχείρηση βασεκτομής...
...που ο ασθενής βρίσκεται σε αναισθησία...
...με πλήρη ωστόσο έλεγχο της διαδικασίας,
ώστε να πραγματοποιήσει τομή του εαυτού.

Προορισμένος να χάσει τον όχι και τόσο σκοπό του.
Προορισμένος να χάσει το φόβο της απώλειας.

Μία νύχτα θα ξυπνήσει(!) ο γέρος για να βάλει ένα ποτήρι νερό.
Τότε θα δει στον καθρέφτη ένα παιδάκι.
Μεταξύ τους;
Τίποτα! 

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Aβάν-γκάρντ

Βαριά, συμπαγής μπάρα, χωμένη στο τσιμέντο,
χάνεται κάπου στον ουρανό.
Ξεκινώντας από τη μέση,
γλιστρά με σταθερή επιτάχυνση
ο μονάρχης-τραβεστί.
Προσγειώνεται με ένα επώδυνο
μα εντυπωσιακό σπαγγάτο
και η πέτρα ραγίζει
στην απότομη επιβολή της εξουσίας.
Χωρίς γερά θεμέλια,
φωτιά καταπίνει τη μπάρα
και μία αχανής έρημος
ανοίγεται γύρω από τον ανασφαλή ερμαφρόδιτο.
Αυτός διστακτικά χαϊδεύει τα γένια της
και βηματίζει προς το φως.
Αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει.
Οι γόβες του βυθίζονται στη άμμο,
χάνει την ισορροπία της,
και οι χοντρές της γάμπες βρίσκονται στο καυτό έδαφος.
Λίγο αργότερα ακουμπάει και το μέτωπο
χύνοντας κολλώδη υγρά από τα αλλήθωρά του μάτια.
Ένα ποτήρι σαμπάνια αναδύεται από το βρεγμένο χώμα
και έξαφνα το πίνει, τρώγοντας παντεσπάνι στο Σαν Τροπέ.
Περιμένει αιώνια την ανάληψη.


Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Πυρ

Αυτός που θα τα ζήσει αμφότερα και θα επιλέξει συνειδητά το δεύτερο.
Μονάχα αυτός είναι ένοχος.

Γιατί απεγνωσμένα ζητήσαμε τη βοήθειά τους όταν μας έπνιγε το δίκαιο.
Το δίκαιο?
Και εκείνοι μας μάθανε πολλά....αφιλοκερδώς....

Να ζούμε ελεύθεροι. -Τί είναι ελευθερία?-
Να πολεμάμε το κακό. -Ποιό είναι το κακό?-
Να αγαπάμε.....? -Μα τί επιτέλους σημαίνει αγάπη?!-

Γεμάτοι γνώση και δύναμη, εν'τέλει, θελήσαμε να σπάσουμε τις ρίζες μας.
...το θέλαμε από καιρό...δε θυμάμαι πόσο....

Βγήκαμε με μαχαίρια και ρόπαλα.
Δε χρειάστηκε και πολύ ψάξιμο.
Τον βρήκαμε να στέκεται εκεί που περιμέναμε.
-στο κέντρο της θύελλας-
Κι'Εκείνος, ασυνήθιστα ήρεμος, μας χαιρέτισε σαν φίλους, χαμογελώντας.

Μπροστά στα μάτια μας,
σ'έναν τόπο αναλλοίωτο από το χρόνο -αλίμονό μας, το είχαμε ξεχάσει!-
έγινε φωτιά....και μας τύλιξε όλους. Όλους ανεξαιρέτως, εξαγνίζοντάς μας.
Εξαγνίζοντας τις ψυχές μας.

Αθώοι όσοι γεννήθηκαν στο σκοτάδι.
Εσείς όμως, μη αντέχοντας το φως,
επιλέξατε να κρύψετε εκεί την ασχήμια σας.




Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Αυτοάνοσο

Όπως μια γαλήνια ψυχή, έτσι ατάραχη είναι η επιφάνεια της θάλασσας.
Κάθε βράδυ όμως, 3 τα χαράματα, αναστατώνεται
από το κατακρεουργημένο είδωλο του όντος.
Πρώτα ψάχνει απεγνωσμένα μια κουμπούλα σκουπιδιών,
για να στηρίξει το σακατεμένο σώμα του.
Ρουφά άπληστα τον αέρα
και οι βαριές εισπνοές σκίζουν σαν ξυράφια την απέραντη σιωπή.
Δες πως προσπαθεί να ισορροπήσει,
χύνοντας εν'τω μεταξύ χολή από τον πρωκτό του.
Παράξενο.
Κρατάει σφιχτά τα νεφρά του,
ενώ το ίδιο του το αίμα έχει διαβρώσει καρδιά και μυαλό.
Αφού ορθοποδήσει, πέφτει στα γόνατα με κρότο.
Χαμηλώνει το κεφάλι.
...προσεύχεται...
....στον προσωπικό του δαίμονα.
Που έκανε θεό.
"Κύριέ μου, μονάρχη μου, κόψ'τους τη γλώσσα.
Λιώσε τα μάτια.
Βγάλ'τους το στομάχι, και ρίξ'το στην άσφαλτο.
Συνέτριψέ τους.
Όλους.
Δε θέλω να ξέρω πόσοι είναι.
Απλά κάν'το.
Δε θέλω να ξέρω ποιοί είναι.
Απλά κάν'το.
Κάνε τα πτώματά τους να επιπλέουν μαζί μου.
Δεν αντέχω τη μοναξιά."
Έπειτα επιχειρεί να κλάψει χωρίς ίχνος επιτυχίας,
γι'αυτό ξερνά όλο του το είναι
και καταπίνει τα ξερατά, για να μη νοιώθει άδειο.
Σκυφτό και στα τέσσερα, με τα νεφρά να κρέμονται λίγο πιο πίσω,
καταδύεται και πάλι.
Η επιφάνεια θα μείνει ατάραχη για ένα ακόμη 24ωρο.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Oίκος ενοχής



Όλα τα μάτια καρφωμένα πάνω του όταν περπατά στο δρόμο.
Έμβλημα ηθικό, ξέρει να κρύβει καλά το σκοτάδι του,
Πίσω από το γλυκό χαμόγελο που σκάει στον περιπτερά,
που του δίνει τα τσιγάρα…
Και πίσω από την αθώα όψη
όταν παρακολουθεί τα παιδιά να παίζουν μπάλα στο πάρκο.
Γυρίζοντας σπίτι, προσέχει τη γυναίκα του να αγναντεύει στο παράθυρο.
Ανέκφραστη.
Εκείνος της χαϊδεύει τα μαλλιά με τα χέρια του να στάζουν λάδι
και ανεβαίνει σχεδόν τελετουργικά τη σκάλα,
καθώς τα μάγουλά της βρέχονται από δάκρυα.  
Χτυπά ρυθμικά τρεις φορές τη δεύτερη πόρτα αριστερά,
και μετά από τρία δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής,
γυρίζει αργά το πόμολο και αντικρίζει το αίμα του.
Οχτώ χρονών, γαλάζια μάτια, ξανθά μαλλιά.
Την κοιτά με το ίδιο παιδικό, πλέον αρρωστημένο χαμόγελο.
Της αγγίζει το κεφάλι με το ίδια γλοιώδη χέρια που χάιδευαν τη μαμά της,
Και χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, βυθίζει ευλαβικά το μαχαίρι του.
Έπειτα τη φιλάει στο μέτωπο και της ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί «καληνύχτα».
Φεύγοντας τη σκεπάζει, και το κοριτσάκι απαντά «καληνύχτα μπαμπά».



Η μάνα κοιτά το παράθυρο.
Ο μπαμπάς το ταβάνι.  
Το παιδί πονάει λιγότερο όταν κοιμάται. 

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Διείσδυση


Είναι ο άρχων της παρακμής.
Δουλειά του να θερίζει.
Και σε ένα από τα αμέτρητα πογκρόμ, βλέπει μια γυναίκα.
Εκείνη, αφού του γνέφει να την ακολουθήσει βαθειά στο δάσος,
χάνεται γελόντας...
Αυτός ξεκινά προς το κέντρο. Την πηγή.
Παρατηρεί στο δρόμο τα γεμάτα ζωή δέντρα, το χώμα, τα πουλιά.
Με απάθεια.
Στην άκρη του μυαλού του θέλει να τα κατακτήσει.
Φτάνοντας στον προορισμό του, τη συναντά, γυμνή.
Αυτή τον πλησιάζει αργά, κοιτώντας τον στο μέτωπο,
με απόλυτη εμπιστοσύνη.
Γίνεται η καρδιά της μαχαίρι, η ψυχή της σχοινί και του τα δίνει.
Μετά γονατίζει, σκύβει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια...
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός.
Έπειτα κάνει την κορδέλα θηλειά και την κρεμάει.
Με το μαχαίρι ανοίγει την κοιλιά της,
βγάζει την κύστη με τη χούφτα
και πίνει τα ούρα όσο είναι ακόμη ζεστά.
Με την ίδια άνεση που του τα έδωσε.
Και δίχως να κοιτάξει πίσω
επιστρέφει
από τον ίδιο δρόμο που ήρθε.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Αποπνοή


20.000 λεύγες κάτω από τη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας,
βρίσκεται μια ταραγμένη γυναίκα.
Δεν έχει σώμα, αλλά πνίγεται.
Ο χρόνος τελείωσε, εκείνη όμως μετράει τα δευτερόλεπτα.
Μάλλον κάτι περιμένει.
Κι’όταν δεν έρχεται,
ξεριζώνει το μόλις 5 μηνών βρέφος από τα σπλάχνα της.  
Το νερό δεν αφήνει το αίμα να ξεραθεί στα χέρια της,
ούτε το ουρλιαχτό να ακουστεί,
όμως από τον πόνο της πέφτουν τα μαλλιά και τα νύχια.
Μέσα από μια κόκκινη ομίχλη,
η λεχώνα αφήνει το κομμάτι της να αναδυθεί.
Ελπίζει να το βρει στην επιφάνεια κάποτε. 
Κι’αυτή μένει στο βυθό, αναπνέοντας βαθύτερα.
Το αλμυρό νερό φουσκώνει το δέρμα της.
Καίει τα πνευμόνια της.
Λιώνει τα μάτια της.
Παρόλο που δεν έχει σώμα. 

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Εξοχικό


Ευτυχισμένη στιγμή για τον Ιάκωβο, το συνταξιούχο τραπεζίτη.
Παντρεύτηκε νεαρός, και έκανε και καριέρα,
και αφού προσέλαβε ήδη μια καμαριέρα,
είπε: "Ας χτίσω κι'ένα ωραίο, παραθαλάσσιο σπίτι!"

Αγόρασε περιοδικά, ντιζάιν και φενγσούι,
μα ξεφιλίζοντας ανέμελα την κάθε τη σελίδα,
χαρούμενος και φωτεινός, σαν μία ηλιαχτίδα,
ξέχασε το καταραμένο, της Αριστέας, της γυναίκας του το χούι!


Διότι οσάκις ο Ιάκωβος,πριν τελειώσει τη φράση του ακόμη,
πάσχιζε μια άποψη, γενικού περιεχομένου, να εκφράσει,
επενέβαινε η Αριστέα, δίχως πολλή ώρα να περάσει,
και πάντοτε εξέφραζε παράλληλα και τη δική της γνώμη.

"Αγάπη μου, καλό θα ήταν τον τοίχο, να τον βάψουμε ροζέ..."
 Έλα στα συγκαλά σου Άκη μου, τα χάπια σου δεν πήρες?
Εφέτος φτιάχνουνε ροζέ, μόνο κρασιά και μπύρες!
γι'αυτό τον τοίχο μου θα βάψεις κανελί, είναι λιγότερο κλισέ!

"Θέλεις ψυχούλα μου γλυκειά, να φτιάξουμε μποστάνι?"
Ιάκωβε καρδούλα μου, σε χτύπησε ο ήλιος?
Μετά δε θά'χει, ειλικρινά, κάπου να τρέχει ο σκύλος...
Αλίμονο μανούλα μου, μη φτιάξουμε και στάνη!

Κι'όταν εντέλει η νταλίκα έριχνε τσιμέντο στα βαθειά θεμέλια,
βλέποντας την Αριστέα στους εργάτες να φωνάζει,
και τα σχέδια του εργολάβου, ασταμάτητα να αλλάζει,
σκέφτηκε κάπως αυθόρμητα, να κάνει μία μικρή αμέλεια...

Όπως λοιπόν εκείνη στέκεται αμέριμνα στο πλάι,
αυτός, στοχεύοντας στο φόρεμά της, το κόκκινο πουά,
αφού σιωπηλά πλησιάσει, τη σπρώχνει διακριτικά,
κι'έπειτα σκουπίζει τον ιδρώτα, που στο μέτωπο κυλάει.

Η άμοιρη Αριστέα στο έδαφος σκάει με κάπως άτσαλο ταπεραμέντο...
Μα περνώντας το πρώτο σοκ, νιώθει πως το δίκαιο την πνίγει,
και με θάρρος και πυγμή, ξανά το στόμα της ανοίγει...
πριν το κλείσει για πάντα το συμπαγές, ρευστό τσιμέντο...

Καμιά φορά, όταν ο Ιάκωβος κοιτάει απ'το μπαλκόνι του την υπέροχη θέα,
και συνειδητοποιεί πως μετά από σαράντα χρόνια επιτυχημένου γάμου και μια κηδεία,
επικραττεί στο κουρασμένο του μυαλό επιτέλους ξανά ησυχία,
χαμογελάει στωικά, και φέρνει στη σκέψη του την καημένη την Αριστέα.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η ιστορία του μικρού Τιμόθεου



Ξανθό,  χαρούμενο, ευχάριστο κι' ωραίο...
παιδί που θά’λεγες ποτέ του δε σωπαίνει!
Χρυσή κι’ανάλαφρη την έχει την καρδιά,
κι’όλα στον κόσμο θέλει να τα μαθαίνει. 
Ζει αφανώς σ’ένα χωριό,
ασήμαντο το όνομά του.
Ανέγγιχτη εκεί πάνω στα βουνά,
και ξέγνιαστη η γενιά του. 
Το σπίτι του όλο λευκό,
απ’ το πάτωμα ως την κουρτίνα.
Κιόλημερίς κι’οληνυχτίς,
παρόμοια λευκή ρουτίνα.
Δευτέρα έως Παρασκευή,
δουλειά στον αχυρώνα.
Κι’αν έρθει η θεία απ’το βορά,
να ετοιμάσει τον ξενώνα.
Το Σάββατο το αγαπά,
Στον κήπο ασχολείται.
Αφού ποτίσει τα φυτά,
τα χόρτα περιποιείται.
Μα πιο μεγάλη μέρα,
είναι η Κυριακή!
Μια αγελάδα σφάζεται,
και τρώγεται ψητή!
 Τη μπαλταδιάζει ο μπαμπάς,
και με αίμα τη μαμά λερώνει.
Κι’όταν αυτή ετοιμάσει το ταψί,
στον κλίβανο το καμαρώνει.
Βλέποντας τον ο Τιμόθεος,
όλο άπαντες τους ρωτάει,
«τί λογής μηχάνημα είναι αυτό?»
μα ποτέ κανείς δεν απαντάει...
Κι’ένα πρωί, μια Κυριακή,
άλλο δεν περιμένει.
Ανοίγει το πορτάκι του,
και όλος μέσα μπαίνει.
Και το παιδί απ'τη χαρά του,
δε σκέφτεται να βγει!
Ούτε και αντιδρά,
που η μαμά σπρώχνει το ταψί!
Σαν η φωτιά ανάβει,
ο Τιμόθεος βγάζει μια κραυγή.
Μα κανείς δεν την ακούει,
κι’έτσι τ’αγόρι, ψήνεται με το φαΐ. 
Άψογο είναι το ψητό!
Θέλει μονάχα λίγο αλάτι!
Αν και κανείς δεν προσέχει, τρώγοντας,
πως στο τραπέζι  λείπει κάτι.
Άμοιρε Τιμόθεε!
Δε γνώριζες τι σε μέλει!
Ψήθηκες,φαγώθηκες,
και ξεχάστηκες εν’τέλει! 

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Διαστροφικός Πίνακας



Xαίρετε.
Είμαι πεφωτισμένος.
Είμαι η νέα γενιά, που θα αλλάξει τον κόσμο.
Είμαι η νέα γενιά, που θα καταργήσει την ακαθαρσία της παλαιάς.
Είμαι η νέα γενιά που θα σβήσει κάθε προκατάληψη.
Είμαι η γενιά του διαφωτισμού.
Το πρωί θα θεμελιώσω το σύνταγμά μου.
Θέλω ελευθερία, και θα το επιδιώξω.
Ελευθερία σώματος. Καθολική.
Για όλους.
Είμαι δικός σας και είστε δικοί μου.
Είμαστε εμείς.
Είμαστε οι  τραγικοί ήρωες του παρόντος.
Είμαστε  το συλλογικό δίκαιο. Είμαστε το συνειδητό δίκαιο.
Και μαζί θα σπάσουμε τις ρίζες του παρελθόντος.
Ένα σώμα, μια πνοή, ένα εργαλείο.
Επίτευξη ονείρου πραγματι-στι-κού. Πανανθρώπινου και κοινωνικού.
Πατέρα, είμαι άδειος. Δώσε μου ζωή για να στηρίξω το σύστημα.
Ευχαριστώ για ο σκοπό που μου όρισες.
Μην αφήσεις τους αντιφρονούντες να καταστρέψουν  την ευτυχία...μας? Σου? Του?
Γνωρίζω. Γνωρίζεις. Θα γνωρίσετε. Πάμε για το 4ο.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα. 

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

O Στρατηγός




Με το πρόσωπο στη χούφτα, 
γονατισμένος, 
θυμάται το στρατηγό.
Τον άντρα που θαύμασε με την ψυχή, το μυαλό και το σώμα του.

13 μερόνυχτα έτρωγαν ποντίκια και έκαιγαν τους διαμελισμένους.
Κι’όμως, αυτός δεν έχασε το ανάστημά του.
Ήθελαν να φύγουν. Να πλυθούν, να κοιμηθούν, να φάνε.
Να δουν τους αγαπημένους τους.
Ελευθερία.
Αλλά το βλέμμα του δεν τους άφηνε.
Μία ματιά ήταν ικανή να παγώσει κάθε στρατιώτη στο πόστο του.
Κανένας έπαινος. Καθόλου όρεξη. Καμία επιλογή.
Ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξεχασμένοι από θεούς και δαίμονες και το γνώριζαν.
Όπως και το ότι δε θα τελείωνε αν δεν το έλεγε αυτός.
Και το μεσημέρι της 14ης, μία σφαίρα τον πέτυχε στο μέτωπο.
Ποιός ξέρει πόσους είχε σκοτώσει πριν.
Τα μυαλά του χύθηκαν στο χώμα, κι’αυτός σωριάστηκε.
Μαζί του έπεσε και το τάγμα.
Πολλοί χάθηκαν στην έφοδο του εχθρού.

Κλαίγοντας ανεξέλεγκτα θυμάται το στρατηγό.
Τον απογοήτευσε.
Ντρέπεται να γυρίσει πίσω.
Πιάνει το όπλο του, κοιτά τον ουρανό, και αυτοκτονεί. 

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Arbeit Macht Frei


Τίποτα περισσότερο από έναν εργάτη.
Τίποτα λιγότερο από έναν εργάτη,
που υπηρετεί σαν να μην είχε επιλογή, τον ευεργέτη.
Δουλεύει για τον εαυτό του, για να συμπληρωθεί.
Αμοιβή είναι η ευχαρίστηση του fuhrer.
Δουλεύει για να μη σκέφτεται,
η σκέψη πονάει.
Δουλεύει πάντα σκυφτός, για να μην βλέπει
και να μην τον βλέπουν.
Μόνο όταν κουράζεται, σηκώνει αργά το κεφάλι,
και κοιτά στοργικά, στα μάτια τον κύριο.
Ενίοτε σαν το κουτάβι.
Και εκείνος, ελεήμων, του δίνει την άδεια είτε να βιάσει,
είτε να σκοτώσει έναν σύντροφό του, για να εκτονωθεί.
Άλλες φορές, σαν το γύπα.
Καρτερά το θάνατο. Ζει τη μέρα που θα φτιάξει τη δική του Αρία Φυλή.
Που κάτω από τα Κιγκλιδώματα θα του φωνάζει «Heil!».
Και πάνω στο όνειρο απελευθερώνει ένα χαμόγελο,
το οποίο κανείς αφού το κρύψει η ντροπή του, δε θα δει.
Και πιο σκυφτός από ποτέ, επιστρέφει στην εργασία.
Η εργασία απελευθερώνει. 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Νεκρά φύση εκ του αφύσικου

Βγήκε ο ήλιος.
Κάποτε η επιφάνεια της λίμνης αντανακλούσε το φως του.
Τώρα το απορροφά η παχιά μεμβράνη γλίτσας που σχηματίστηκε.
Μια κοινή πόρνη πια, θυμάται όταν σχεδόν εθελούσια έχασε την αγνότητά της στον ποταμό,
που, εκδιδόμενος από παλιά, αυξάνει ασταμάτητα τον ακάθαρτο όγκο του.
Και λίγο παραπέρα φαίνεται ενίοτε το εργοστάσιο.
Μια μηχανή που δουλεύει αδιάκοπα για να στηρίξει τη νέα τάξη.
Τροφοδοτεί τη λίμνη και τον ποταμό για να μη στερέψουν,
ξερνώντας απόβλητα από μια τεράστια φαλλική προέκταση.
Κάποτε ο ήλιος έλαμπε και οι τσιπούρες χαίρονταν.
Μα ακόμη κι'αν περάσει το φως από καμιά χαραμάδα της πάστας,
εκείνες δε θα καταλάβουν, προσαρμόστηκαν στη ροή και τυφλώθηκαν.
Δεν είναι όμως άβουλες.
Όταν οι εργάτες βγαίνουν για κολατσιό και ξεκουράζουν τα πόδια τους στη λίμνη,
οι τσιπούρες τρώνε τους μύκητες.
...και όταν κανείς τους, θρηνώντας, σκίσει τις αρτηρίες του και χύσει το αίμα του στα νερά,
αυτές το πίνουν και θυμούνται για ελάχιστα δευτερόλεπτα την αρχοντική τους φύση...

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Αλληλεγγύη

Αρμονική κοινωνία, θεμελιωμένη στην πίστη του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Θεμελιωμένη στην πίστη του κακού στο χείριστο.
Δείξε μου την αγάπη για το συνάνθρωπό σου.
Από ανιδιοτέλεια βεβαίως, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση.
Μισείς τον εγωισμό όσο κι'εγώ,
ωστόσο,
στην ανάγκη θα βιάσουμε την αγάπη σε μία γωνία,
για να μην τη χάσουμε.
Πες μου πως θα κάνεις τα πάντα για τον αδελφό σου.
Πράγματι, θα σκύψεις για να σε πατήσει κάτι τόσο μοναδικό...
Και στα πλαίσια της αντικατάστασης, θα σηκωθείς για να κάνεις τον υπολογισμό.
Εσύ είσαι κατάθεση και εγώ ο τραπεζίτης.
Την ήμερα είμαστε εμείς, το βράδυ γίνομαι εγώ.
Για κάθε λόγο να αγαπάς, θα βρω δύο για να μην αγαπάς.
Για κάθε λόγο να εμπιστεύεσαι, ο διπλανός σου έχει ήδη βρει δύο τρόπους να σε εξαπατήσει.
Μη στηρίζεσαι στον τύπο απέναντι, ούτε στον τρισχειρότερο εαυτό σου.
Η γλώσσα που χθες σε στιγμάτισε, σήμερα σου γλύφει τα πόδια.
Το χέρι που σήμερα σου χαϊδεύει τα μαλλιά, αύριο θα σε στραγγαλίσει.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Kρύο

Δεν τρέχει, περπατά όμως σταθερά.

Έφυγε, και δε θέλει να γυρίσει πίσω στο σπίτι.

Θα σκαρφαλώσει στο βουνό,

στην κορυφή του δε θα τη φτάνει το κακό.

Γλιστρά, παραπατά....

Οι κοφτερές πέτρες σκίζουν τα χέρια της

και τα πόδια της κουράζονται.

Αυτή όμως προσπαθεί να μη δακρύσει.

Στα 12 της χρόνια, ξέρει ότι φτάνει στο τέλος.

Δαγκώνει τα χείλη της, και συνεχίζει την άνοδο,

μέχρι να μην μπορεί να αναπνεύσει καθαρά.

Εδώ που έφτασε είναι ελεύθερη.

Βλέπει τον κόσμο και τον περιφρονεί.

Στέκεται μαζί με τον ήλιο.

Ισάξια. Το ξέρει.

Αλλά την κούρασε πολύ η ανάβαση,

κι’έτσι ξαπλώνει στο χιόνι.

Έχει κρύο...πολύ κρύο...

Η παγωμένη της ψυχή δεν το νιώθει.

Σκέφτεται τη νίκη της,χαμογελά...

και σιγά-σιγά παραλύει...

ώσπου να σταματήσει να αναπνέει...

Και τότε, κλείνει τα μάτια, και γίνεται ένα με το βουνό.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Έρωτας

Σε μισώ.

Μισώ τις σκέψεις σου.

Η γελοίες συνήθειές σου μ’εκνευρίζουν.

Το γούστο σου μου προκαλεί αηδία.

Αν μπορούσα θα σε σκότωνα.

Θα σε σκότωνα και μόνο για τον τρόπο που χαμογελάς όταν με βλέπεις.

Αλλά δεν αντέχω χωρίς εσένα.

Δε σ’αγαπώ.

Αγαπώ το δέρμα σου...

Τα χέρια, τα πόδια και τα μαλλιά σου.

Μου αρέσει να με κοιτάς,

αλλά όταν δακρύζεις, θέλω να σου ξεριζώσω τα μάτια.

Λατρεύω τα χείλη σου,

όταν όμως μιλάς, θέλω να χύσεις αίμα.

Υπέροχο το άγγιγμά σου...

μα σαν νιώσω τον παλμό σου, εύχομαι η καρδιά να σταματήσει να χτυπά...

Μπροστά μου δεν είσαι υποκείμενο.

Εσύ βλέπεις στο πρόσωπό μου το θεό σου.

Για μένα δεν έχεις πρόσωπο.

Βλέπω ένα τίποτα.

Ένα τίποτα με σάρκα και οστά.

Και το σιχαίνομαι αυτό το τίποτα.

Δε λυπάμαι για την αποστροφή μου για σένα,

ούτε ντρέπομαι για την έλξη που νιώθω για το σώμα σου.

Υπήρξαν κι’άλλοι στη θέση σου, που γεννήθηκαν για να αναλωθούν στην πορεία.

Μόνο, εάν έχεις την καλοσύνη,

στο όνομα της εξάρτησής σου από εμένα,

σε παρακαλώ,

μην πεθάνεις πριν γεράσεις.

Δημάδης Αθανάσιος

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Εξοικείωση με το θάνατο

Ανατολή.

Η μάνα φιλάει την κόρη στο μέτωπο και εκείνη χάνεται στο δάσος.

Το κορίτσι είναι γεμάτο ζωή.

Ή μάλλον γεμάτο άγνοια.

Τα λεπτά της πόδια δεν αφήνουν σημάδια στο χώμα.

Τα όμορφα της μάτια βλέπουν μία άγρια τριανταφυλιά.

Τα λεπτά της πόδια στηρίζουν μία χοντρή ψυχή.

Τα όμορφά της μάτια κρύβουν ένα γλοιώδες πνεύμα.

Και αγνοώντας, μαζεύει τα τριαντάφυλλα

για να τα φάει, και να ταίσει τη μάνα της.

Περιμένει τον έπαινο. Τον έχει ανάγκη.

Καθώς όμως επιστρέφει, τα λεπτά της πόδια κουράζονται,

βγάζουν φουσκάλες.

Απελπισμένη, στρέφεται προς τον ήλιο.

Έναν ήλιο που καίει τα όμορφα μάτια

και παραμορφώνει φριχτά το γλυκό της πρόσωπο.

Τα πέταλα χάθηκαν, και νιώθει αγκάθια να τρυπούν τη σάρκα της.

Τα λευκά της χέρια γεμίζουν αίμα.

Είναι βρώμικη, άσχημη και σιχαμερή.

Όταν πια επιστρέψει, ο ήλιος έχει δύσει.

Το κορίτσι εμφανίζεται στη σαστισμένη μάνα, και ξεψυχά μπροστά της.

Η μάνα γονατίζει μπροστά στο πτώμα.

Θέλει να ουρλιάξει, αλλά δεν έχει τη δύναμη.

Ξεριζώνει τα μάτια της, για να μην βλέπει το αποτρόπαιο θέαμα.

Τραβάει κομμάτια από το πρόσωπό της, και τα φυτεύει στη γη.

Έπειτα, σκάβει με τα χέρια έναν τάφο για την κόρη της.

Τη θάβει . Και εκείνη ξαπλώνει από πάνω, για να τη φάνε τα όρνια.

...ίσως την επόμενη φορά της μάθει να μη μαζεύει τριαντάφυλλα.

Μούχρωμα

Δε σκοτείνιασε ακόμη.
Κάνει ψύχρα, αλλά η μέρα μεγάλωσε.
Βλέπει το πρόσωπό της στον καθρέφτη,
και διαπιστώνει για άλλη μια φορά πως ο θάνατος τη νίκησε.
Πολλάκις.
Πιάνει το κραγιόν, και τον νιώθει να της ψιθηρίζει:
«άργησες γλυκιά μου....
άργησες να παντρευτείς,
άργησες να κάνεις παιδιά,
άργησες να φροντίσεις τον άντρα σου» .
Τον άντρα της...την αγάπη της....
Δεν μπορεί να τον δει.
Δεν μπορεί να τον ακούσει.
Δεν μπορεί να τον αγγίξει.
Αλλά τον αισθάνεται.
Τον θυμάται το απόγευμα, όταν ο ουρανός γίνεται ένα με τη θάλασσα, ένα με το χρώμα των μαλλιών της
και όταν τις κρύες νύχτες κάθεται στο μπαλκόνι και αισθάνεται τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπο.
...πόσο τον αδικεί το βάζο πάνω από το τζάκι...
Το παίρνει στην αγκαλιά της, και κάθεται στην πολυθρόνα.
Είναι ένα από αυτά τα απογεύματα που κάποτε τη γέμιζαν θέληση...τώρα έμεινε η νοσταλγία.
Και ξαφνικά καταλαβαίνει ότι τίποτα δεν έμεινε εδώ.
Είναι μόνη. Από καιρό. Από εκείνο το πρωί που τον φίλησε για τελευταία φορά στο μέτωπο.
Ή μάλλον δεν είναι μόνη. Στέκεται δίπλα της από τότε μια μοναδική απόκοσμη συντροφιά.
Τον είχε παρεξηγήσει τον θάνατο.
Η σκέψη της δίνει ελπίδα...αρκετή για να βάλει το κραγιόν της
και με στήριγμα το φίλο της να περπατήσει ως το ακρογυάλι.
.....το βάζο δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν τέτοιον υπέροχο άνθρωπο...
Καθώς η στάχτη γίνεται ένα με το νερό,
εκείνη κλείνει τα βλέφαρα για να δει το θάνατο στα μάτια
-τί υπέροχα μάτια!-
και μαζί αναχωρούν για να βρει ξανά τον αγαπημένο της.

Εκρεμμές

Τα μάτια μου κλειστά, κι’εγώ κοιμάμαι μέσα σ’ένα βδεληρό ερείπιο.

Το ασυνείδητό μου υποφέροντας, θα προσπαθεί όσο χρειάζεται, να με ξυπνήσει.

Και θα ξυπνήσω όταν ανοίξω τα μάτια μου. Όχι αυτά του σώματος.

Κι’όταν ξυπνήσω θα δω μπροστά μου τον άνθρωπο. Τον όντα.

Μόνο του, μέσα στο μηδέν. Να εκπέμπει φως.

Κι’όμως, αυτός βλέπει με το σώμα.

Κοιμάται τον ύπνο του αδίκου, προσπαθώντας να αποδώσει δικαιοσύνη.

Και επικαλείται άλλωτε την ισότητα και άλλωτε το καθήκον,

ορίζοντας την αγάπη ως κάτι τόσο ρομαντικό, που είναι ανάξιο σημασίας.

Η αγάπη δεν είναι δικαιοσύνη, αλλά εξαλείφει κάθε αδικία.

Στην αγάπη καταργείται η ισότητα και το καθήκον.

Υπάρχει θέληση.

Αλλά αυτός ο άνθρωπος έχει συνηθίσει να στρέφει το βλέμμα του δεξιά και αριστερά,

και αποφεύγει να κοιτάξει ευθεία.

Δεξιά του δε θα υπάρχει τίποτα.

Αριστερά του δε θα υπάρχει τίποτα.

Γίνεται το τίποτα.

Δεξιά του βλέπει τον εχθρό.

Αριστερά του βλέπει τον εχθρό.

Και μέσα στον ύπνο του, συμφορά,

δεν μπορεί να εμποδίσει την κατάληψη της ψυχής του από μίσος.

Τραγικό.

Το μίσος του λιώνει τα μάτια, και του δίνει φτερά.

Γίνεται δύναμη, δύναμη κινητήρια που επιτρέπει στον υπνοβάτη

να πατήσει τον εχθρό δεξιά, τον εχθρό αριστερά.

Τον άνθρωπο.... τον άνθρωπο που γίνεται δεδομένο προς κατάκτηση.

Και πατώντας τον, θέλει να ανέβει ψηλά.

Όσο πιο ψηλά μπορεί, σε όσους κι’αν χρειαστεί να πατήσει.

Αλλά, ας γνωρίζει, ότι όσο ψηλότερα φτάσει, τόσο περισσότερο θα πονέσει η πτώση.

Η πτώση είναι αναπόφευκτη και καταλυτική.

Ίσως αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ.

Ίσως.

Θεέ μου, μακάρι όταν πέσω, να πέσω από τα χαμηλά.

Aστρική Προβολή

Αποχωρώ και παρατηρώ αφ’υψηλού τα δρώμενα.

Και βλέπω έναν λάκο βαθύ,

κι’όλοι εμείς μέσα,

πνιγμένοι στα βοθρολύμματα,

υψώνουμε το κεφάλι στον ουρανό

για να δούμε το σωτήρα.

Και γύρω από το χείλος, άνθρωποι.

Άλλοι μας δείχνουν και γελάν.

Άλλοι ξερνάν στην αηδέστατη λίμνη.

Και άλλοι απλώνουν τα χέρια να μας τραβήξουν,

αλλά δεν τα δίνουμε, βγάζουμε μαχαίρια και τα κόβουμε.

Κάποιοι βαρέθηκαν και πνίγηκαν.

Τα φουσκωμένα τους πτώματα επιπλέουν.

Σκαρφαλώνουν επάνω, γίνονται ανθρώπινα βδελήγματα,

ένα μ’αυτούς που ξερνάν.

Ξαφνικά πλησιάζει ο κόκκινος άνθρωπος.

Ξορκίζει το πλήθος και αφού γονατίσει μπροστά στο λάκο,

αρχίζει να βγάζει τα σκατά με τη χούφτα.

Έπειτα τα παρατάει και φεύγει,

και μετά μαζεύονται σιγά-σιγά οι υπόλοιποι.

Κι’εμείς ακόμα στη λίμνη, να πνιγόμαστε.

Ωδή στον Καταναλωτισμό

Βάλε τηγάνι, πάω για ψώνια κι’έρχομαι.

Θ’αναστενάξει η πιστωτική σήμερα.

Δεν το κατάλαβα πως βρέθηκα στον παράδεισο,

Αλλά μια ζωή στη ματαιότητα, δεν αντέχω άλλο πόνο.

Θα κλείσω την ανθρωπιά μου σε μία τσάντα μπέρμπερυ

και θα πάρω τη δόση μου στην αγορά.

Δεν είμαι ένα κοινό πρεζόνι, έχω ευαισθησίες.

Ρίχνω τον οβολό μου κάθε μήνα στη γιούνισεφ.

Κί’έπειτα πνίγω τη θλίψη μου σε 12 λίτρα κόκα κόλα.

Ο πνευματικός ξεπεσμός είναι πολύ μικρό αντάλλαγμα.

Εξ’άλλου το σύστημα με προστατεύει από τις παρενέργειες.

Δεν πιστεύω σε τίποτα, φοβάμαι το τίποτα, θεός μου είναι το χρήμα,

και ευχαριστώ το θεό για την εξουσία που μου έδωσε στον κόσμο.

Αύριο θα πάω στο μέγαρο για να νιώσω καλλιεργημένος.

Μεθαύριο θα αγοράσω ένα ζευγάρι 12ποντες γόβες,

για να ανυψωθεί το κοινωνικό μου επίπεδο.

Και στην αρχή του μήνα θα ξαναγεννηθώ.

Ξεπλύνετε και επαναλάβετε.

Δημάδης Αθανάσιος

Έφτιαξα μπλογκ!

Φτού μου!
Παν μέτρον άριστον.
Γι'αυτό, ελάτε να μετριάσουμε τη χαρά μας, τη ζωντάνια μας και τον ενθουσιασμό μας!
Ας θυμηθούμε πόσο μάταιη και επώδυνη είναι η ζωή, μέσα από τα ιαματικά για το πνεύμα ποιήματά μου.
Φιλάκια!