Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η ιστορία του μικρού Τιμόθεου



Ξανθό,  χαρούμενο, ευχάριστο κι' ωραίο...
παιδί που θά’λεγες ποτέ του δε σωπαίνει!
Χρυσή κι’ανάλαφρη την έχει την καρδιά,
κι’όλα στον κόσμο θέλει να τα μαθαίνει. 
Ζει αφανώς σ’ένα χωριό,
ασήμαντο το όνομά του.
Ανέγγιχτη εκεί πάνω στα βουνά,
και ξέγνιαστη η γενιά του. 
Το σπίτι του όλο λευκό,
απ’ το πάτωμα ως την κουρτίνα.
Κιόλημερίς κι’οληνυχτίς,
παρόμοια λευκή ρουτίνα.
Δευτέρα έως Παρασκευή,
δουλειά στον αχυρώνα.
Κι’αν έρθει η θεία απ’το βορά,
να ετοιμάσει τον ξενώνα.
Το Σάββατο το αγαπά,
Στον κήπο ασχολείται.
Αφού ποτίσει τα φυτά,
τα χόρτα περιποιείται.
Μα πιο μεγάλη μέρα,
είναι η Κυριακή!
Μια αγελάδα σφάζεται,
και τρώγεται ψητή!
 Τη μπαλταδιάζει ο μπαμπάς,
και με αίμα τη μαμά λερώνει.
Κι’όταν αυτή ετοιμάσει το ταψί,
στον κλίβανο το καμαρώνει.
Βλέποντας τον ο Τιμόθεος,
όλο άπαντες τους ρωτάει,
«τί λογής μηχάνημα είναι αυτό?»
μα ποτέ κανείς δεν απαντάει...
Κι’ένα πρωί, μια Κυριακή,
άλλο δεν περιμένει.
Ανοίγει το πορτάκι του,
και όλος μέσα μπαίνει.
Και το παιδί απ'τη χαρά του,
δε σκέφτεται να βγει!
Ούτε και αντιδρά,
που η μαμά σπρώχνει το ταψί!
Σαν η φωτιά ανάβει,
ο Τιμόθεος βγάζει μια κραυγή.
Μα κανείς δεν την ακούει,
κι’έτσι τ’αγόρι, ψήνεται με το φαΐ. 
Άψογο είναι το ψητό!
Θέλει μονάχα λίγο αλάτι!
Αν και κανείς δεν προσέχει, τρώγοντας,
πως στο τραπέζι  λείπει κάτι.
Άμοιρε Τιμόθεε!
Δε γνώριζες τι σε μέλει!
Ψήθηκες,φαγώθηκες,
και ξεχάστηκες εν’τέλει!