Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Πέτρα

Για δες εκείνο το χωριό
που οι κάτοικοι έπαψαν
 να κοιτούν κατάματα ο ένας τον άλλον.
Απορροφημένοι στο σκληρό έδαφος,
θυμούνται αχνά την έκσταση
και μέσα σε ένα καθεστώς αδράνειας
σκαλίζουν πάνω στην πέτρα τις μορφές της ανάμνησης.
Χωρίς αιτία, σκοπό και δύναμη,
τη θέλουν πίσω.
Θέλουν αιτία, σκοπό και δύναμη.
Στήνουν τα είδωλα στην πλατεία,
για να τα δει ο σοφός
και να κατέβει από τον πύργο του
και μετά ξαπλώνουν διαδοχικά στην απότομη επιφάνεια
χωρίς να βγάλουν λέξη
αν και πονάει.
Κάποτε η βαριά πόρτα ανοίγει.
Υποβασταζόμενος από το χερούλι,
ο σοφός τους ανακρίνει με το βλέμμα έναν-έναν.
Kοιτά τον ουρανό...
...στο άνοιγμα του στόματος του, γουρλώνουν τα μάτια τους....
αλλά αντί για ήχος βγαίνει σκόνη.
Σκύβει το κεφάλι και επιστρέφει στον πύργο του...



Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Yπεκφυγή

Καναρίνι γεννημένο μέσα σ'ένα μήλο.
Στα 40 καλοκαίρια,
έχει περάσει πάνω από τα μισά
σε χειμερία νάρκη.
Τρέχει να προλάβει
 ό,τι και οι άλλοι.
Έτσι αναλώνεται μέσα στο μέινστριμ της δύσης
και στην κίνηση της αττικής οδού,
κάποτε σκουπίζοντας το ιδρωμένο του μέτωπο
με ένα διαφημιστικό αδυνατίσματος,
κάποτε ανάβοντας τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
σε μια έσχατη προσπάθεια να φωτίσει το απόκοσμο.
Ο χρόνος υπάρχει.
Όπως και σε μία εν'γένει αποτυχημένη εγχείρηση βασεκτομής...
...που ο ασθενής βρίσκεται σε αναισθησία...
...με πλήρη ωστόσο έλεγχο της διαδικασίας,
ώστε να πραγματοποιήσει τομή του εαυτού.

Προορισμένος να χάσει τον όχι και τόσο σκοπό του.
Προορισμένος να χάσει το φόβο της απώλειας.

Μία νύχτα θα ξυπνήσει(!) ο γέρος για να βάλει ένα ποτήρι νερό.
Τότε θα δει στον καθρέφτη ένα παιδάκι.
Μεταξύ τους;
Τίποτα! 

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Aβάν-γκάρντ

Βαριά, συμπαγής μπάρα, χωμένη στο τσιμέντο,
χάνεται κάπου στον ουρανό.
Ξεκινώντας από τη μέση,
γλιστρά με σταθερή επιτάχυνση
ο μονάρχης-τραβεστί.
Προσγειώνεται με ένα επώδυνο
μα εντυπωσιακό σπαγγάτο
και η πέτρα ραγίζει
στην απότομη επιβολή της εξουσίας.
Χωρίς γερά θεμέλια,
φωτιά καταπίνει τη μπάρα
και μία αχανής έρημος
ανοίγεται γύρω από τον ανασφαλή ερμαφρόδιτο.
Αυτός διστακτικά χαϊδεύει τα γένια της
και βηματίζει προς το φως.
Αλλά δεν μπορεί να συνεχίσει.
Οι γόβες του βυθίζονται στη άμμο,
χάνει την ισορροπία της,
και οι χοντρές της γάμπες βρίσκονται στο καυτό έδαφος.
Λίγο αργότερα ακουμπάει και το μέτωπο
χύνοντας κολλώδη υγρά από τα αλλήθωρά του μάτια.
Ένα ποτήρι σαμπάνια αναδύεται από το βρεγμένο χώμα
και έξαφνα το πίνει, τρώγοντας παντεσπάνι στο Σαν Τροπέ.
Περιμένει αιώνια την ανάληψη.


Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Πυρ

Αυτός που θα τα ζήσει αμφότερα και θα επιλέξει συνειδητά το δεύτερο.
Μονάχα αυτός είναι ένοχος.

Γιατί απεγνωσμένα ζητήσαμε τη βοήθειά τους όταν μας έπνιγε το δίκαιο.
Το δίκαιο?
Και εκείνοι μας μάθανε πολλά....αφιλοκερδώς....

Να ζούμε ελεύθεροι. -Τί είναι ελευθερία?-
Να πολεμάμε το κακό. -Ποιό είναι το κακό?-
Να αγαπάμε.....? -Μα τί επιτέλους σημαίνει αγάπη?!-

Γεμάτοι γνώση και δύναμη, εν'τέλει, θελήσαμε να σπάσουμε τις ρίζες μας.
...το θέλαμε από καιρό...δε θυμάμαι πόσο....

Βγήκαμε με μαχαίρια και ρόπαλα.
Δε χρειάστηκε και πολύ ψάξιμο.
Τον βρήκαμε να στέκεται εκεί που περιμέναμε.
-στο κέντρο της θύελλας-
Κι'Εκείνος, ασυνήθιστα ήρεμος, μας χαιρέτισε σαν φίλους, χαμογελώντας.

Μπροστά στα μάτια μας,
σ'έναν τόπο αναλλοίωτο από το χρόνο -αλίμονό μας, το είχαμε ξεχάσει!-
έγινε φωτιά....και μας τύλιξε όλους. Όλους ανεξαιρέτως, εξαγνίζοντάς μας.
Εξαγνίζοντας τις ψυχές μας.

Αθώοι όσοι γεννήθηκαν στο σκοτάδι.
Εσείς όμως, μη αντέχοντας το φως,
επιλέξατε να κρύψετε εκεί την ασχήμια σας.




Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Αυτοάνοσο

Όπως μια γαλήνια ψυχή, έτσι ατάραχη είναι η επιφάνεια της θάλασσας.
Κάθε βράδυ όμως, 3 τα χαράματα, αναστατώνεται
από το κατακρεουργημένο είδωλο του όντος.
Πρώτα ψάχνει απεγνωσμένα μια κουμπούλα σκουπιδιών,
για να στηρίξει το σακατεμένο σώμα του.
Ρουφά άπληστα τον αέρα
και οι βαριές εισπνοές σκίζουν σαν ξυράφια την απέραντη σιωπή.
Δες πως προσπαθεί να ισορροπήσει,
χύνοντας εν'τω μεταξύ χολή από τον πρωκτό του.
Παράξενο.
Κρατάει σφιχτά τα νεφρά του,
ενώ το ίδιο του το αίμα έχει διαβρώσει καρδιά και μυαλό.
Αφού ορθοποδήσει, πέφτει στα γόνατα με κρότο.
Χαμηλώνει το κεφάλι.
...προσεύχεται...
....στον προσωπικό του δαίμονα.
Που έκανε θεό.
"Κύριέ μου, μονάρχη μου, κόψ'τους τη γλώσσα.
Λιώσε τα μάτια.
Βγάλ'τους το στομάχι, και ρίξ'το στην άσφαλτο.
Συνέτριψέ τους.
Όλους.
Δε θέλω να ξέρω πόσοι είναι.
Απλά κάν'το.
Δε θέλω να ξέρω ποιοί είναι.
Απλά κάν'το.
Κάνε τα πτώματά τους να επιπλέουν μαζί μου.
Δεν αντέχω τη μοναξιά."
Έπειτα επιχειρεί να κλάψει χωρίς ίχνος επιτυχίας,
γι'αυτό ξερνά όλο του το είναι
και καταπίνει τα ξερατά, για να μη νοιώθει άδειο.
Σκυφτό και στα τέσσερα, με τα νεφρά να κρέμονται λίγο πιο πίσω,
καταδύεται και πάλι.
Η επιφάνεια θα μείνει ατάραχη για ένα ακόμη 24ωρο.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Oίκος ενοχής



Όλα τα μάτια καρφωμένα πάνω του όταν περπατά στο δρόμο.
Έμβλημα ηθικό, ξέρει να κρύβει καλά το σκοτάδι του,
Πίσω από το γλυκό χαμόγελο που σκάει στον περιπτερά,
που του δίνει τα τσιγάρα…
Και πίσω από την αθώα όψη
όταν παρακολουθεί τα παιδιά να παίζουν μπάλα στο πάρκο.
Γυρίζοντας σπίτι, προσέχει τη γυναίκα του να αγναντεύει στο παράθυρο.
Ανέκφραστη.
Εκείνος της χαϊδεύει τα μαλλιά με τα χέρια του να στάζουν λάδι
και ανεβαίνει σχεδόν τελετουργικά τη σκάλα,
καθώς τα μάγουλά της βρέχονται από δάκρυα.  
Χτυπά ρυθμικά τρεις φορές τη δεύτερη πόρτα αριστερά,
και μετά από τρία δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής,
γυρίζει αργά το πόμολο και αντικρίζει το αίμα του.
Οχτώ χρονών, γαλάζια μάτια, ξανθά μαλλιά.
Την κοιτά με το ίδιο παιδικό, πλέον αρρωστημένο χαμόγελο.
Της αγγίζει το κεφάλι με το ίδια γλοιώδη χέρια που χάιδευαν τη μαμά της,
Και χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, βυθίζει ευλαβικά το μαχαίρι του.
Έπειτα τη φιλάει στο μέτωπο και της ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί «καληνύχτα».
Φεύγοντας τη σκεπάζει, και το κοριτσάκι απαντά «καληνύχτα μπαμπά».



Η μάνα κοιτά το παράθυρο.
Ο μπαμπάς το ταβάνι.  
Το παιδί πονάει λιγότερο όταν κοιμάται. 

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Διείσδυση


Είναι ο άρχων της παρακμής.
Δουλειά του να θερίζει.
Και σε ένα από τα αμέτρητα πογκρόμ, βλέπει μια γυναίκα.
Εκείνη, αφού του γνέφει να την ακολουθήσει βαθειά στο δάσος,
χάνεται γελόντας...
Αυτός ξεκινά προς το κέντρο. Την πηγή.
Παρατηρεί στο δρόμο τα γεμάτα ζωή δέντρα, το χώμα, τα πουλιά.
Με απάθεια.
Στην άκρη του μυαλού του θέλει να τα κατακτήσει.
Φτάνοντας στον προορισμό του, τη συναντά, γυμνή.
Αυτή τον πλησιάζει αργά, κοιτώντας τον στο μέτωπο,
με απόλυτη εμπιστοσύνη.
Γίνεται η καρδιά της μαχαίρι, η ψυχή της σχοινί και του τα δίνει.
Μετά γονατίζει, σκύβει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια...
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός.
Έπειτα κάνει την κορδέλα θηλειά και την κρεμάει.
Με το μαχαίρι ανοίγει την κοιλιά της,
βγάζει την κύστη με τη χούφτα
και πίνει τα ούρα όσο είναι ακόμη ζεστά.
Με την ίδια άνεση που του τα έδωσε.
Και δίχως να κοιτάξει πίσω
επιστρέφει
από τον ίδιο δρόμο που ήρθε.