Για δες εκείνο το χωριό
που οι κάτοικοι έπαψαν
να κοιτούν κατάματα ο ένας τον άλλον.
Απορροφημένοι στο σκληρό έδαφος,
θυμούνται αχνά την έκσταση
και μέσα σε ένα καθεστώς αδράνειας
σκαλίζουν πάνω στην πέτρα τις μορφές της ανάμνησης.
Χωρίς αιτία, σκοπό και δύναμη,
τη θέλουν πίσω.
Θέλουν αιτία, σκοπό και δύναμη.
Στήνουν τα είδωλα στην πλατεία,
για να τα δει ο σοφός
και να κατέβει από τον πύργο του
και μετά ξαπλώνουν διαδοχικά στην απότομη επιφάνεια
χωρίς να βγάλουν λέξη
αν και πονάει.
Κάποτε η βαριά πόρτα ανοίγει.
Υποβασταζόμενος από το χερούλι,
ο σοφός τους ανακρίνει με το βλέμμα έναν-έναν.
Kοιτά τον ουρανό...
...στο άνοιγμα του στόματος του, γουρλώνουν τα μάτια τους....
αλλά αντί για ήχος βγαίνει σκόνη.
Σκύβει το κεφάλι και επιστρέφει στον πύργο του...
που οι κάτοικοι έπαψαν
να κοιτούν κατάματα ο ένας τον άλλον.
Απορροφημένοι στο σκληρό έδαφος,
θυμούνται αχνά την έκσταση
και μέσα σε ένα καθεστώς αδράνειας
σκαλίζουν πάνω στην πέτρα τις μορφές της ανάμνησης.
Χωρίς αιτία, σκοπό και δύναμη,
τη θέλουν πίσω.
Θέλουν αιτία, σκοπό και δύναμη.
Στήνουν τα είδωλα στην πλατεία,
για να τα δει ο σοφός
και να κατέβει από τον πύργο του
και μετά ξαπλώνουν διαδοχικά στην απότομη επιφάνεια
χωρίς να βγάλουν λέξη
αν και πονάει.
Κάποτε η βαριά πόρτα ανοίγει.
Υποβασταζόμενος από το χερούλι,
ο σοφός τους ανακρίνει με το βλέμμα έναν-έναν.
Kοιτά τον ουρανό...
...στο άνοιγμα του στόματος του, γουρλώνουν τα μάτια τους....
αλλά αντί για ήχος βγαίνει σκόνη.
Σκύβει το κεφάλι και επιστρέφει στον πύργο του...