Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Διαστροφικός Πίνακας



Xαίρετε.
Είμαι πεφωτισμένος.
Είμαι η νέα γενιά, που θα αλλάξει τον κόσμο.
Είμαι η νέα γενιά, που θα καταργήσει την ακαθαρσία της παλαιάς.
Είμαι η νέα γενιά που θα σβήσει κάθε προκατάληψη.
Είμαι η γενιά του διαφωτισμού.
Το πρωί θα θεμελιώσω το σύνταγμά μου.
Θέλω ελευθερία, και θα το επιδιώξω.
Ελευθερία σώματος. Καθολική.
Για όλους.
Είμαι δικός σας και είστε δικοί μου.
Είμαστε εμείς.
Είμαστε οι  τραγικοί ήρωες του παρόντος.
Είμαστε  το συλλογικό δίκαιο. Είμαστε το συνειδητό δίκαιο.
Και μαζί θα σπάσουμε τις ρίζες του παρελθόντος.
Ένα σώμα, μια πνοή, ένα εργαλείο.
Επίτευξη ονείρου πραγματι-στι-κού. Πανανθρώπινου και κοινωνικού.
Πατέρα, είμαι άδειος. Δώσε μου ζωή για να στηρίξω το σύστημα.
Ευχαριστώ για ο σκοπό που μου όρισες.
Μην αφήσεις τους αντιφρονούντες να καταστρέψουν  την ευτυχία...μας? Σου? Του?
Γνωρίζω. Γνωρίζεις. Θα γνωρίσετε. Πάμε για το 4ο.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα. 

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

O Στρατηγός




Με το πρόσωπο στη χούφτα, 
γονατισμένος, 
θυμάται το στρατηγό.
Τον άντρα που θαύμασε με την ψυχή, το μυαλό και το σώμα του.

13 μερόνυχτα έτρωγαν ποντίκια και έκαιγαν τους διαμελισμένους.
Κι’όμως, αυτός δεν έχασε το ανάστημά του.
Ήθελαν να φύγουν. Να πλυθούν, να κοιμηθούν, να φάνε.
Να δουν τους αγαπημένους τους.
Ελευθερία.
Αλλά το βλέμμα του δεν τους άφηνε.
Μία ματιά ήταν ικανή να παγώσει κάθε στρατιώτη στο πόστο του.
Κανένας έπαινος. Καθόλου όρεξη. Καμία επιλογή.
Ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξεχασμένοι από θεούς και δαίμονες και το γνώριζαν.
Όπως και το ότι δε θα τελείωνε αν δεν το έλεγε αυτός.
Και το μεσημέρι της 14ης, μία σφαίρα τον πέτυχε στο μέτωπο.
Ποιός ξέρει πόσους είχε σκοτώσει πριν.
Τα μυαλά του χύθηκαν στο χώμα, κι’αυτός σωριάστηκε.
Μαζί του έπεσε και το τάγμα.
Πολλοί χάθηκαν στην έφοδο του εχθρού.

Κλαίγοντας ανεξέλεγκτα θυμάται το στρατηγό.
Τον απογοήτευσε.
Ντρέπεται να γυρίσει πίσω.
Πιάνει το όπλο του, κοιτά τον ουρανό, και αυτοκτονεί. 

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Arbeit Macht Frei


Τίποτα περισσότερο από έναν εργάτη.
Τίποτα λιγότερο από έναν εργάτη,
που υπηρετεί σαν να μην είχε επιλογή, τον ευεργέτη.
Δουλεύει για τον εαυτό του, για να συμπληρωθεί.
Αμοιβή είναι η ευχαρίστηση του fuhrer.
Δουλεύει για να μη σκέφτεται,
η σκέψη πονάει.
Δουλεύει πάντα σκυφτός, για να μην βλέπει
και να μην τον βλέπουν.
Μόνο όταν κουράζεται, σηκώνει αργά το κεφάλι,
και κοιτά στοργικά, στα μάτια τον κύριο.
Ενίοτε σαν το κουτάβι.
Και εκείνος, ελεήμων, του δίνει την άδεια είτε να βιάσει,
είτε να σκοτώσει έναν σύντροφό του, για να εκτονωθεί.
Άλλες φορές, σαν το γύπα.
Καρτερά το θάνατο. Ζει τη μέρα που θα φτιάξει τη δική του Αρία Φυλή.
Που κάτω από τα Κιγκλιδώματα θα του φωνάζει «Heil!».
Και πάνω στο όνειρο απελευθερώνει ένα χαμόγελο,
το οποίο κανείς αφού το κρύψει η ντροπή του, δε θα δει.
Και πιο σκυφτός από ποτέ, επιστρέφει στην εργασία.
Η εργασία απελευθερώνει.