Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Oίκος ενοχής



Όλα τα μάτια καρφωμένα πάνω του όταν περπατά στο δρόμο.
Έμβλημα ηθικό, ξέρει να κρύβει καλά το σκοτάδι του,
Πίσω από το γλυκό χαμόγελο που σκάει στον περιπτερά,
που του δίνει τα τσιγάρα…
Και πίσω από την αθώα όψη
όταν παρακολουθεί τα παιδιά να παίζουν μπάλα στο πάρκο.
Γυρίζοντας σπίτι, προσέχει τη γυναίκα του να αγναντεύει στο παράθυρο.
Ανέκφραστη.
Εκείνος της χαϊδεύει τα μαλλιά με τα χέρια του να στάζουν λάδι
και ανεβαίνει σχεδόν τελετουργικά τη σκάλα,
καθώς τα μάγουλά της βρέχονται από δάκρυα.  
Χτυπά ρυθμικά τρεις φορές τη δεύτερη πόρτα αριστερά,
και μετά από τρία δευτερόλεπτα απόλυτης σιγής,
γυρίζει αργά το πόμολο και αντικρίζει το αίμα του.
Οχτώ χρονών, γαλάζια μάτια, ξανθά μαλλιά.
Την κοιτά με το ίδιο παιδικό, πλέον αρρωστημένο χαμόγελο.
Της αγγίζει το κεφάλι με το ίδια γλοιώδη χέρια που χάιδευαν τη μαμά της,
Και χωρίς να πάρει το βλέμμα του από πάνω της, βυθίζει ευλαβικά το μαχαίρι του.
Έπειτα τη φιλάει στο μέτωπο και της ψιθυρίζει τρυφερά στο αυτί «καληνύχτα».
Φεύγοντας τη σκεπάζει, και το κοριτσάκι απαντά «καληνύχτα μπαμπά».



Η μάνα κοιτά το παράθυρο.
Ο μπαμπάς το ταβάνι.  
Το παιδί πονάει λιγότερο όταν κοιμάται. 

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Διείσδυση


Είναι ο άρχων της παρακμής.
Δουλειά του να θερίζει.
Και σε ένα από τα αμέτρητα πογκρόμ, βλέπει μια γυναίκα.
Εκείνη, αφού του γνέφει να την ακολουθήσει βαθειά στο δάσος,
χάνεται γελόντας...
Αυτός ξεκινά προς το κέντρο. Την πηγή.
Παρατηρεί στο δρόμο τα γεμάτα ζωή δέντρα, το χώμα, τα πουλιά.
Με απάθεια.
Στην άκρη του μυαλού του θέλει να τα κατακτήσει.
Φτάνοντας στον προορισμό του, τη συναντά, γυμνή.
Αυτή τον πλησιάζει αργά, κοιτώντας τον στο μέτωπο,
με απόλυτη εμπιστοσύνη.
Γίνεται η καρδιά της μαχαίρι, η ψυχή της σχοινί και του τα δίνει.
Μετά γονατίζει, σκύβει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια...
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός.
Έπειτα κάνει την κορδέλα θηλειά και την κρεμάει.
Με το μαχαίρι ανοίγει την κοιλιά της,
βγάζει την κύστη με τη χούφτα
και πίνει τα ούρα όσο είναι ακόμη ζεστά.
Με την ίδια άνεση που του τα έδωσε.
Και δίχως να κοιτάξει πίσω
επιστρέφει
από τον ίδιο δρόμο που ήρθε.