Είναι ο άρχων της παρακμής.
Δουλειά του να θερίζει.
Και σε ένα από τα αμέτρητα πογκρόμ, βλέπει μια γυναίκα.
Εκείνη, αφού του γνέφει να την ακολουθήσει βαθειά στο δάσος,
χάνεται γελόντας...
Αυτός ξεκινά προς το κέντρο. Την πηγή.
Παρατηρεί στο δρόμο τα γεμάτα ζωή δέντρα, το χώμα, τα πουλιά.
Με απάθεια.
Στην άκρη του μυαλού του θέλει να τα κατακτήσει.
Φτάνοντας στον προορισμό του, τη συναντά, γυμνή.
Αυτή τον πλησιάζει αργά, κοιτώντας τον στο μέτωπο,
με απόλυτη εμπιστοσύνη.
Γίνεται η καρδιά της μαχαίρι, η ψυχή της σχοινί και του τα δίνει.
Μετά γονατίζει, σκύβει το κεφάλι, κλείνει τα μάτια...
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός.
Έπειτα κάνει την κορδέλα θηλειά και την κρεμάει.
Με το μαχαίρι ανοίγει την κοιλιά της,
βγάζει την κύστη με τη χούφτα
και πίνει τα ούρα όσο είναι ακόμη ζεστά.
Με την ίδια άνεση που του τα έδωσε.
Και δίχως να κοιτάξει πίσω
επιστρέφει
από τον ίδιο δρόμο που ήρθε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου