Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Αποπνοή


20.000 λεύγες κάτω από τη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας,
βρίσκεται μια ταραγμένη γυναίκα.
Δεν έχει σώμα, αλλά πνίγεται.
Ο χρόνος τελείωσε, εκείνη όμως μετράει τα δευτερόλεπτα.
Μάλλον κάτι περιμένει.
Κι’όταν δεν έρχεται,
ξεριζώνει το μόλις 5 μηνών βρέφος από τα σπλάχνα της.  
Το νερό δεν αφήνει το αίμα να ξεραθεί στα χέρια της,
ούτε το ουρλιαχτό να ακουστεί,
όμως από τον πόνο της πέφτουν τα μαλλιά και τα νύχια.
Μέσα από μια κόκκινη ομίχλη,
η λεχώνα αφήνει το κομμάτι της να αναδυθεί.
Ελπίζει να το βρει στην επιφάνεια κάποτε. 
Κι’αυτή μένει στο βυθό, αναπνέοντας βαθύτερα.
Το αλμυρό νερό φουσκώνει το δέρμα της.
Καίει τα πνευμόνια της.
Λιώνει τα μάτια της.
Παρόλο που δεν έχει σώμα. 

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Εξοχικό


Ευτυχισμένη στιγμή για τον Ιάκωβο, το συνταξιούχο τραπεζίτη.
Παντρεύτηκε νεαρός, και έκανε και καριέρα,
και αφού προσέλαβε ήδη μια καμαριέρα,
είπε: "Ας χτίσω κι'ένα ωραίο, παραθαλάσσιο σπίτι!"

Αγόρασε περιοδικά, ντιζάιν και φενγσούι,
μα ξεφιλίζοντας ανέμελα την κάθε τη σελίδα,
χαρούμενος και φωτεινός, σαν μία ηλιαχτίδα,
ξέχασε το καταραμένο, της Αριστέας, της γυναίκας του το χούι!


Διότι οσάκις ο Ιάκωβος,πριν τελειώσει τη φράση του ακόμη,
πάσχιζε μια άποψη, γενικού περιεχομένου, να εκφράσει,
επενέβαινε η Αριστέα, δίχως πολλή ώρα να περάσει,
και πάντοτε εξέφραζε παράλληλα και τη δική της γνώμη.

"Αγάπη μου, καλό θα ήταν τον τοίχο, να τον βάψουμε ροζέ..."
 Έλα στα συγκαλά σου Άκη μου, τα χάπια σου δεν πήρες?
Εφέτος φτιάχνουνε ροζέ, μόνο κρασιά και μπύρες!
γι'αυτό τον τοίχο μου θα βάψεις κανελί, είναι λιγότερο κλισέ!

"Θέλεις ψυχούλα μου γλυκειά, να φτιάξουμε μποστάνι?"
Ιάκωβε καρδούλα μου, σε χτύπησε ο ήλιος?
Μετά δε θά'χει, ειλικρινά, κάπου να τρέχει ο σκύλος...
Αλίμονο μανούλα μου, μη φτιάξουμε και στάνη!

Κι'όταν εντέλει η νταλίκα έριχνε τσιμέντο στα βαθειά θεμέλια,
βλέποντας την Αριστέα στους εργάτες να φωνάζει,
και τα σχέδια του εργολάβου, ασταμάτητα να αλλάζει,
σκέφτηκε κάπως αυθόρμητα, να κάνει μία μικρή αμέλεια...

Όπως λοιπόν εκείνη στέκεται αμέριμνα στο πλάι,
αυτός, στοχεύοντας στο φόρεμά της, το κόκκινο πουά,
αφού σιωπηλά πλησιάσει, τη σπρώχνει διακριτικά,
κι'έπειτα σκουπίζει τον ιδρώτα, που στο μέτωπο κυλάει.

Η άμοιρη Αριστέα στο έδαφος σκάει με κάπως άτσαλο ταπεραμέντο...
Μα περνώντας το πρώτο σοκ, νιώθει πως το δίκαιο την πνίγει,
και με θάρρος και πυγμή, ξανά το στόμα της ανοίγει...
πριν το κλείσει για πάντα το συμπαγές, ρευστό τσιμέντο...

Καμιά φορά, όταν ο Ιάκωβος κοιτάει απ'το μπαλκόνι του την υπέροχη θέα,
και συνειδητοποιεί πως μετά από σαράντα χρόνια επιτυχημένου γάμου και μια κηδεία,
επικραττεί στο κουρασμένο του μυαλό επιτέλους ξανά ησυχία,
χαμογελάει στωικά, και φέρνει στη σκέψη του την καημένη την Αριστέα.

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Η ιστορία του μικρού Τιμόθεου



Ξανθό,  χαρούμενο, ευχάριστο κι' ωραίο...
παιδί που θά’λεγες ποτέ του δε σωπαίνει!
Χρυσή κι’ανάλαφρη την έχει την καρδιά,
κι’όλα στον κόσμο θέλει να τα μαθαίνει. 
Ζει αφανώς σ’ένα χωριό,
ασήμαντο το όνομά του.
Ανέγγιχτη εκεί πάνω στα βουνά,
και ξέγνιαστη η γενιά του. 
Το σπίτι του όλο λευκό,
απ’ το πάτωμα ως την κουρτίνα.
Κιόλημερίς κι’οληνυχτίς,
παρόμοια λευκή ρουτίνα.
Δευτέρα έως Παρασκευή,
δουλειά στον αχυρώνα.
Κι’αν έρθει η θεία απ’το βορά,
να ετοιμάσει τον ξενώνα.
Το Σάββατο το αγαπά,
Στον κήπο ασχολείται.
Αφού ποτίσει τα φυτά,
τα χόρτα περιποιείται.
Μα πιο μεγάλη μέρα,
είναι η Κυριακή!
Μια αγελάδα σφάζεται,
και τρώγεται ψητή!
 Τη μπαλταδιάζει ο μπαμπάς,
και με αίμα τη μαμά λερώνει.
Κι’όταν αυτή ετοιμάσει το ταψί,
στον κλίβανο το καμαρώνει.
Βλέποντας τον ο Τιμόθεος,
όλο άπαντες τους ρωτάει,
«τί λογής μηχάνημα είναι αυτό?»
μα ποτέ κανείς δεν απαντάει...
Κι’ένα πρωί, μια Κυριακή,
άλλο δεν περιμένει.
Ανοίγει το πορτάκι του,
και όλος μέσα μπαίνει.
Και το παιδί απ'τη χαρά του,
δε σκέφτεται να βγει!
Ούτε και αντιδρά,
που η μαμά σπρώχνει το ταψί!
Σαν η φωτιά ανάβει,
ο Τιμόθεος βγάζει μια κραυγή.
Μα κανείς δεν την ακούει,
κι’έτσι τ’αγόρι, ψήνεται με το φαΐ. 
Άψογο είναι το ψητό!
Θέλει μονάχα λίγο αλάτι!
Αν και κανείς δεν προσέχει, τρώγοντας,
πως στο τραπέζι  λείπει κάτι.
Άμοιρε Τιμόθεε!
Δε γνώριζες τι σε μέλει!
Ψήθηκες,φαγώθηκες,
και ξεχάστηκες εν’τέλει! 

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Διαστροφικός Πίνακας



Xαίρετε.
Είμαι πεφωτισμένος.
Είμαι η νέα γενιά, που θα αλλάξει τον κόσμο.
Είμαι η νέα γενιά, που θα καταργήσει την ακαθαρσία της παλαιάς.
Είμαι η νέα γενιά που θα σβήσει κάθε προκατάληψη.
Είμαι η γενιά του διαφωτισμού.
Το πρωί θα θεμελιώσω το σύνταγμά μου.
Θέλω ελευθερία, και θα το επιδιώξω.
Ελευθερία σώματος. Καθολική.
Για όλους.
Είμαι δικός σας και είστε δικοί μου.
Είμαστε εμείς.
Είμαστε οι  τραγικοί ήρωες του παρόντος.
Είμαστε  το συλλογικό δίκαιο. Είμαστε το συνειδητό δίκαιο.
Και μαζί θα σπάσουμε τις ρίζες του παρελθόντος.
Ένα σώμα, μια πνοή, ένα εργαλείο.
Επίτευξη ονείρου πραγματι-στι-κού. Πανανθρώπινου και κοινωνικού.
Πατέρα, είμαι άδειος. Δώσε μου ζωή για να στηρίξω το σύστημα.
Ευχαριστώ για ο σκοπό που μου όρισες.
Μην αφήσεις τους αντιφρονούντες να καταστρέψουν  την ευτυχία...μας? Σου? Του?
Γνωρίζω. Γνωρίζεις. Θα γνωρίσετε. Πάμε για το 4ο.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα.
Καλό καλοκαίρι. Καλό χειμώνα. 

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

O Στρατηγός




Με το πρόσωπο στη χούφτα, 
γονατισμένος, 
θυμάται το στρατηγό.
Τον άντρα που θαύμασε με την ψυχή, το μυαλό και το σώμα του.

13 μερόνυχτα έτρωγαν ποντίκια και έκαιγαν τους διαμελισμένους.
Κι’όμως, αυτός δεν έχασε το ανάστημά του.
Ήθελαν να φύγουν. Να πλυθούν, να κοιμηθούν, να φάνε.
Να δουν τους αγαπημένους τους.
Ελευθερία.
Αλλά το βλέμμα του δεν τους άφηνε.
Μία ματιά ήταν ικανή να παγώσει κάθε στρατιώτη στο πόστο του.
Κανένας έπαινος. Καθόλου όρεξη. Καμία επιλογή.
Ήταν χαμένη υπόθεση.
Ξεχασμένοι από θεούς και δαίμονες και το γνώριζαν.
Όπως και το ότι δε θα τελείωνε αν δεν το έλεγε αυτός.
Και το μεσημέρι της 14ης, μία σφαίρα τον πέτυχε στο μέτωπο.
Ποιός ξέρει πόσους είχε σκοτώσει πριν.
Τα μυαλά του χύθηκαν στο χώμα, κι’αυτός σωριάστηκε.
Μαζί του έπεσε και το τάγμα.
Πολλοί χάθηκαν στην έφοδο του εχθρού.

Κλαίγοντας ανεξέλεγκτα θυμάται το στρατηγό.
Τον απογοήτευσε.
Ντρέπεται να γυρίσει πίσω.
Πιάνει το όπλο του, κοιτά τον ουρανό, και αυτοκτονεί. 

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Arbeit Macht Frei


Τίποτα περισσότερο από έναν εργάτη.
Τίποτα λιγότερο από έναν εργάτη,
που υπηρετεί σαν να μην είχε επιλογή, τον ευεργέτη.
Δουλεύει για τον εαυτό του, για να συμπληρωθεί.
Αμοιβή είναι η ευχαρίστηση του fuhrer.
Δουλεύει για να μη σκέφτεται,
η σκέψη πονάει.
Δουλεύει πάντα σκυφτός, για να μην βλέπει
και να μην τον βλέπουν.
Μόνο όταν κουράζεται, σηκώνει αργά το κεφάλι,
και κοιτά στοργικά, στα μάτια τον κύριο.
Ενίοτε σαν το κουτάβι.
Και εκείνος, ελεήμων, του δίνει την άδεια είτε να βιάσει,
είτε να σκοτώσει έναν σύντροφό του, για να εκτονωθεί.
Άλλες φορές, σαν το γύπα.
Καρτερά το θάνατο. Ζει τη μέρα που θα φτιάξει τη δική του Αρία Φυλή.
Που κάτω από τα Κιγκλιδώματα θα του φωνάζει «Heil!».
Και πάνω στο όνειρο απελευθερώνει ένα χαμόγελο,
το οποίο κανείς αφού το κρύψει η ντροπή του, δε θα δει.
Και πιο σκυφτός από ποτέ, επιστρέφει στην εργασία.
Η εργασία απελευθερώνει. 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Νεκρά φύση εκ του αφύσικου

Βγήκε ο ήλιος.
Κάποτε η επιφάνεια της λίμνης αντανακλούσε το φως του.
Τώρα το απορροφά η παχιά μεμβράνη γλίτσας που σχηματίστηκε.
Μια κοινή πόρνη πια, θυμάται όταν σχεδόν εθελούσια έχασε την αγνότητά της στον ποταμό,
που, εκδιδόμενος από παλιά, αυξάνει ασταμάτητα τον ακάθαρτο όγκο του.
Και λίγο παραπέρα φαίνεται ενίοτε το εργοστάσιο.
Μια μηχανή που δουλεύει αδιάκοπα για να στηρίξει τη νέα τάξη.
Τροφοδοτεί τη λίμνη και τον ποταμό για να μη στερέψουν,
ξερνώντας απόβλητα από μια τεράστια φαλλική προέκταση.
Κάποτε ο ήλιος έλαμπε και οι τσιπούρες χαίρονταν.
Μα ακόμη κι'αν περάσει το φως από καμιά χαραμάδα της πάστας,
εκείνες δε θα καταλάβουν, προσαρμόστηκαν στη ροή και τυφλώθηκαν.
Δεν είναι όμως άβουλες.
Όταν οι εργάτες βγαίνουν για κολατσιό και ξεκουράζουν τα πόδια τους στη λίμνη,
οι τσιπούρες τρώνε τους μύκητες.
...και όταν κανείς τους, θρηνώντας, σκίσει τις αρτηρίες του και χύσει το αίμα του στα νερά,
αυτές το πίνουν και θυμούνται για ελάχιστα δευτερόλεπτα την αρχοντική τους φύση...