Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Μούχρωμα

Δε σκοτείνιασε ακόμη.
Κάνει ψύχρα, αλλά η μέρα μεγάλωσε.
Βλέπει το πρόσωπό της στον καθρέφτη,
και διαπιστώνει για άλλη μια φορά πως ο θάνατος τη νίκησε.
Πολλάκις.
Πιάνει το κραγιόν, και τον νιώθει να της ψιθηρίζει:
«άργησες γλυκιά μου....
άργησες να παντρευτείς,
άργησες να κάνεις παιδιά,
άργησες να φροντίσεις τον άντρα σου» .
Τον άντρα της...την αγάπη της....
Δεν μπορεί να τον δει.
Δεν μπορεί να τον ακούσει.
Δεν μπορεί να τον αγγίξει.
Αλλά τον αισθάνεται.
Τον θυμάται το απόγευμα, όταν ο ουρανός γίνεται ένα με τη θάλασσα, ένα με το χρώμα των μαλλιών της
και όταν τις κρύες νύχτες κάθεται στο μπαλκόνι και αισθάνεται τον παγωμένο αέρα στο πρόσωπο.
...πόσο τον αδικεί το βάζο πάνω από το τζάκι...
Το παίρνει στην αγκαλιά της, και κάθεται στην πολυθρόνα.
Είναι ένα από αυτά τα απογεύματα που κάποτε τη γέμιζαν θέληση...τώρα έμεινε η νοσταλγία.
Και ξαφνικά καταλαβαίνει ότι τίποτα δεν έμεινε εδώ.
Είναι μόνη. Από καιρό. Από εκείνο το πρωί που τον φίλησε για τελευταία φορά στο μέτωπο.
Ή μάλλον δεν είναι μόνη. Στέκεται δίπλα της από τότε μια μοναδική απόκοσμη συντροφιά.
Τον είχε παρεξηγήσει τον θάνατο.
Η σκέψη της δίνει ελπίδα...αρκετή για να βάλει το κραγιόν της
και με στήριγμα το φίλο της να περπατήσει ως το ακρογυάλι.
.....το βάζο δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν τέτοιον υπέροχο άνθρωπο...
Καθώς η στάχτη γίνεται ένα με το νερό,
εκείνη κλείνει τα βλέφαρα για να δει το θάνατο στα μάτια
-τί υπέροχα μάτια!-
και μαζί αναχωρούν για να βρει ξανά τον αγαπημένο της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου